η κορυφογραμμή των Τζουμέρκων.

Οι λέοντες των τζουμέρκων

Οι λέοντες των τζουμέρκων

Αρχές φθινοπώρου. Τα πρωτοβρόχια την εμφάνιση τους
δεν την έκαναν ακόμη.
Το γνωστό παρεάκι ανηφορίζει και πάλι.
Τα Τζουμέρκα φαντάζουν ωραία.

Ξεκινήσαμε καθυστερημένα. Υπαίτιος ο γράφων.
Οι κακές συνήθειες μάλλον πρέπει να κοπούν. Λέω εγώ τώρα.
Ο Σπύρος υπομονετικά μας περίμενε στην γραφική,
γεμάτη τσίκνα, πέτρα και αυτοκίνητα, πλατεία του Μετσόβου.

Η νύχτα μας έπιασε στο χειρότερο σημείο. Στις στροφές.
Απότομες πολύ. Είχα επιλέξει τα πίσω καθίσματα του
«λίαρ τζετ» που παρεμπιπτόντως διέθετε και φιμέ τζάμια.
Δεν θα το ξανακάνω. Επαναλαμβάνω. Δεν θα το ξανακάνω.

Φτάσαμε μετά κόπων και βασάνων στο καταφύγιο των μελισσουργών.
Γουστόζικο καταφύγιο. Με ζεστούς, εγκάρδιους ανθρώπους να το διευθύνουν.
Χρειάστηκα περίπου μισή ώρα και βάλε για να έρθω στα συγκαλά μου.
Το στροφυλίκι και τα φιμέ τζάμια με σακάτεψαν.
Ακολούθησε καζούρα, φαγητό, ποτό και νάνι.

Με νωχελικότητα υποδεχτήκαμε το πρωινό. Καφές απαραίτητος.
Πρώτος σταθμός ο μικρός καταρράκτης. Μη με ρωτήσετε όνομα, δεν το συγκράτησα.

Η συνέχεια ήταν κάπως ιδιαίτερη. Οι τρεις λέοντες της παρέας είχαν τη φαεινή ιδέα
να ιχνηλατήσουν το δικό τους μονοπάτι. Ο γραφών ήταν ένας από δαύτους.
Οπότε ας μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο. Ενικός, πληθυντικός, ότι βολέψει.

Διασχίσαμε πλαγιά με κλίση. Ήταν μια σαθρή πλαγιά. Πέτρες όχι μεγάλες.
Είχαν το μέγεθος μιας γεμάτης χιονόμπαλας αλλά δεν ήταν χιονόμπαλες.
Σε κάθε σου βήμα το έδαφος κυλούσε προς τα κάτω.
Μόλις διανύσαμε τα διακόσια μέτρα και πιάσαμε στεριά, αντιληφθήκαμε ότι
έπρεπε να γυρίσουμε από εκεί που ήρθαμε.
Οι λέοντες ήταν για να τους κλαίνε οι ρέγγες.

Αποφάσισα να το πάω τσουλώντας. Μου βγήκε. Όχι αναίμακτα.
Απέκτησα ζωγραφιά του Φράνσις Μπέικον στα πισινά. Μεγάλη η χάρη του.
Ο εφηβικός παρορμητισμός άφησε τα σημάδια του.

Το υπόλοιπο παρεάκι έπιασε κορυφή, εμείς οι λέοντες φτάσαμε ως την
πηγή πριν τη τελική ευθεία και ξαποστάσαμε.
Είχαμε εξαντληθεί από την ταχυκαρδία πιο πριν.
Νερό ήπιαμε μπόλικο, κορυφή δεν είδαμε.
Η νύχτα ξανάρθε με καζούρα συνοδευόμενη με φαγητό, ποτό και νάνι.

Η επόμενη μέρα ξεκίνησε με βουτιά στα παγωμένα νερά του ποταμιού.
Μη με ρωτήσετε όνομα, δεν το συγκράτησα.
Για την επιστροφή επιλέξαμε να οδηγήσουμε στο πιο υψηλό οδικό δίκτυο της χώρας.
Προτίμησα μπροστινό κάθισμα του «λίαρ τζετ» με τα φιμέ τζάμια.
Το κατά ευχαριστήθηκα.